*Γράφει ο Αντώνης Καραμπατζός καθηγητής Νομικής. Εφημερίδα «Πανεπιστήμιο Αθηνών», Φύλλο 3, κυκλοφόρησε με «Το Βήμα της Κυριακής» 30 Μαρτίου 2025
Εν όψει της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης, είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να συζητηθούν και πιθανές παρεμβάσεις σε συνταγματικές διατάξεις που αφορούν τη Δικαιοσύνη, έναντι της οποίας καταγράφεται τα τελευταία έτη έντονη δυσπιστία των ελλήνων πολιτών.
Εν γένει, η εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη δοκιμάζεται κυρίως όταν αυτή βραδυπορεί ή όταν τίθεται εν αμφιβόλω η ανεξαρτησία της. Αν φθάσει δε να κλονιστεί σοβαρά η εμπιστοσύνη αυτή, τότε κινδυνεύει ακόμη και η κοινωνική ειρήνη.
Η δυσπιστία των ελλήνων πολιτών έναντι της Δικαιοσύνης φαίνεται να έχει ποικίλα αίτια. Πέραν των σημαντικών καθυστερήσεων στην έκδοση των αποφάσεων, διάφορες εξελίξεις σε σοβαρές υποθέσεις δημοσίου ενδιαφέροντος ευλόγως προβληματίζουν και δυσαρεστούν την κοινή γνώμη. Δημιουργείται δε ενίοτε η εντύπωση περί ύπαρξης σχέσεων εξάρτησης μεταξύ της Δικαιοσύνης και της (εκάστοτε) κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Προκειμένου να μην εγείρονται εύκολα υποψίες περί φαβοριτισμού υπέρ της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας, θα πρέπει να επανεξετασθεί στη χώρα μας πρωτίστως ο τρόπος επιλογής των ανωτάτων δικαστών – ζήτημα που έχει αναδειχθεί και στις Εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου στην Ελλάδα. Η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης έχει κομβική σημασία, καθώς αυτή έχει τον τελευταίο και αποφασιστικό λόγο στα θέματα της Δικαιοσύνης, ενώ συγχρόνως ασκεί τον πειθαρχικό έλεγχο επί των δικαστών των κατώτερων βαθμίδων – ιδιαίτερη δε ισχύ έχει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, που είναι και επικεφαλής των διωκτικών αρχών της χώρας (βλ. και Ράμμο, σε Νομαρχία, 8.11.24).
Πρόσφατα, και ακριβώς ως απάντηση της ελληνικής κυβερνήσεως στις σχετικές αιτιάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προβλέφθηκε με το άρθ. 27 του Ν. 5123/2024 η διατύπωση γνώμης για την επιλογή των Προέδρων και των Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από τις Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων, κατόπιν σχετικής μυστικής ψηφοφορίας μεταξύ των μελών τους.
Πρακτικά, δηλαδή, όλα τα μέλη ενός Ανωτάτου Δικαστηρίου θα συνέρχονται και θα ψηφίζουν (σε μυστική ψηφοφορία) τα πρόσωπα που θα προταθούν από την Ολομέλεια για την κατάληψη των ηγετικών θέσεων του Δικαστηρίου. Πρόκειται για ένα θετικό κατ’ αρχήν βήμα προς την κατεύθυνση ενίσχυσης της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης από τον εναγκαλισμό της εκτελεστικής εξουσίας.
Και πάλι, βεβαίως, η τελική απόφαση για τις σχετικές επιλογές θα λαμβάνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο (ΥΣ). Και επειδή η γνώμη των Ολομελειών δεν μπορεί, κατά το ισχύον Σύνταγμα (άρθ. 90 § 5), παρά να είναι απλή (μη δεσμευτική), το ΥΣ θα μπορεί, θεωρητικά, να επιλέξει και άλλα πρόσωπα, πέρα από τα προταθέντα. Το ίδιο, εξάλλου, ίσχυε μέχρι πρότινος και για την αντίστοιχη γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής (που διατυπώνεται επί καταλόγου προεπιλεγέντων από τον υπουργό Δικαιοσύνης προσώπων).
Στη νεοεισαχθείσα ρύθμιση παραμένει και η τελευταία αυτή γνώμη της Διάσκεψης μετά την παροχή της γνώμης των Ολομελειών, κάτι που πρακτικά σημαίνει ότι το ΥΣ θα λαμβάνει δύο λίστες-γνώμες, οι οποίες θα περιέχουν ενδεχομένως και διαφορετικά προτεινόμενα πρόσωπα. Βεβαίως, στην πράξη η γνώμη των Ολομελειών δεν μπορεί παρά να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, παράγοντας μάλιστα μία de facto δεσμευτικότητα (έτσι Γώγος, σε ημερίδα της διαΝΕΟσις για τη Δικαιοσύνη, 19.2.25).
Δίχως αμφιβολία, η νέα ρύθμιση δίνει το έναυσμα για μία συζήτηση για την αναθεώρηση του ίδιου του άρθ. 90 § 5 Συντ.: Μεταξύ άλλων, θα μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος για τη μετατροπή της γνώμης των Ολομελειών σε σύμφωνη, έτσι ώστε να είναι πλέον ρητώς δεσμευτική για το ΥΣ.
Ειδικότερα, θα μπορούσαν όλα τα μέλη ενός Ανωτάτου Δικαστηρίου να ψηφίζουν 4-5 πρόσωπα από τα 10-15 αρχαιότερα μέλη του Δικαστηρίου και, εν συνεχεία, το ΥΣ να επιλέγει αναγκαστικά ένα από αυτά. Αυτό θα συνιστούσε, κατά τη γνώμη μου, ένα πιο ολοκληρωμένο βήμα προς την κατεύθυνση μιας αρμονικής εξισορρόπησης μεταξύ των δύο εξουσιών (δικαστικής και εκτελεστικής).
Κατ’ εμέ, δε, η τελική εμπλοκή του ΥΣ είναι αναγκαία με βάση την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, προσφέρει δηλαδή την απαραίτητη λαϊκή νομιμοποίηση, καθώς η κυβέρνηση απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Όπως εύστοχα επισημαίνεται στη θεωρία, «πρέπει να διασφαλίζεται τουλάχιστον ένα σημείο διεπαφής του δικαιοδοτικού μηχανισμού με την κυβέρνηση ως φορέα της εμπιστοσύνης της Βουλής» (και πάλι Γώγος, όπ.π.).
Εγκρατείς συνάδελφοι έχουν καταθέσει στον δημόσιο διάλογο και άλλες ενδιαφέρουσες προτάσεις για τη βελτίωση της διαδικασίας επιλογής των ανωτάτων δικαστών (όπως λ.χ. την επιλογή τους με αυξημένη πλειοψηφία από την Ολομέλεια της Βουλής, από συγκεκριμένο δε κατάλογο υποψηφίων που θα έχουν αποστείλει οι Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων (βλ. ενδεικτ. Ράμμο, όπ.π., συναφώς Σταθόπουλο, εφημ. «Τα Νέα» της 14-15.12.24). Στο πλαίσιο της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης, όλες οι σχετικές προτάσεις θα πρέπει να συζητηθούν σοβαρά, καθώς είναι επιβεβλημένη πλέον η αποκατάσταση της δημόσιας εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη.